Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018 11:36

Ιστορική Αναδρομή

Γράφει ο 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Ιστορική Αναδρομή Φωτογραφία: Γιώτα Σιαπέρα

Δεν υπάρχουν πληροφοριακά στοιχεία, ιστορικά τεκμηριωμένα, που να καθορίζουν την εποχή που κατοίκησαν άνθρωποι στην περιοχή αυτή. Κατά την παράδοση στη Βολοβίζιτα (περιοχή νοτιοανατολικά του χωριού), υπήρχε μεγάλη αρχαία ιστορική ή και προϊστορική πόλη˙ ίσως είχε κτιστεί από τους Αθαμάνες.

Το μόνο βέβαιο είναι, ότι στην τοποθεσία αυτή, στους πρόποδες των Τζουμέρκων, έχουν βρεθεί πλήθος ποικίλλων νομισμάτων, από τους κατοίκους που καλλιεργούσαν τα κτήματά τους στην περιοχή αυτή. Ενθυμούμαι συγκεκριμένα ότι, κατά τη δεκαετία του 1940, όλοι οι μαθητές που κατοικούσαν στους οικισμούς που γειτνιάζουν με την περιοχή αυτή, είχαν γεμάτες τις τσέπες τους με νομίσματα αρχαία. Ποιος όμως ενδιαφέρονταν τότε για αυτά ή ποιος ήξερε την αξία τους! Έτσι παραπετάχτηκαν, χάθηκαν (δεν είχαν καμία αγοραστική αξία στα «μαγαζιά» της περιοχής!...). Αμφιβάλλω αν βρίσκεται κανένα στο σεντούκι κάποιας γερόντισσας του χωριού!... Κι όμως, ίσως κάποια από αυτά, ήταν αμύθητης ιστορικής αξίας!

Επίσης, το «ησιόδειον άροτρον» των γεωργών και ο κασμάς τους, είχε ξεθάψει αρκετά αρχαία αντικείμενα στην περιοχή αυτή. Κατά τη μαρτυρία της μητέρας μου, που είχε γεννηθεί το 1903, αλλά και των αδελφών της, ο πατέρας της Κων. Ευσταθίου, που είχε κτήμα στη Βολοβίζιτα, είχε βρει ένα ολόχρυσο χέρι (από τον ώμο κομμένο) και επί αρκετά χρόνια το έβλεπαν σε κάποιο σεντούκι στο υπόγειο του σπιτιού τους, παιδιά της σχολικής ηλικίας τότε. Αλλά και αρκετοί άλλοι τότε, όπως διαδίδονταν, είχαν βρει διάφορα αντικείμενα και αγαλματίδια, πήλινα, μαρμάρινα και χρυσά.

Ποιος ξέρει ποιοι «αετονύχηδες» στην Άρτα ή τα Ιωάννινα τα ιδιοποιήθηκαν «ξαφρίζοντάς» τα αντί «πινακίου φακής».

Δεν είναι γνωστό ούτε κατά την παράδοση πότε κατοικήθηκε ο σημερινός χώρος του χωριού ή αν είχε παλαιότερα άλλη ονομασία. Φαίνεται όμως, ότι ο χώρος στο κέντρο (τουλάχιστον) του χωριού κατοικούνταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αν κρίνουμε από τα αρχοντικά, της τεχνοτροπίας των χρόνων εκείνων, που αρκετά υπήρχαν σε καλή κατάσταση στις αρχές του περασμένου αιώνα: το Κουρκουμπέϊκο, το Σταθέϊκο, η Κούλια (το σπίτι του εκάστοτε ιερέα του χωριού) κ.ά. Άρα ήταν παλιότερα η τοποθεσία του χωριού στο χώρο του σημερινού «Παλαιοχωριού».

Ακόμα πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι, όταν το χωριό βρίσκονταν στο Παλαιοχώρι – τότε δε λέγονταν «Παλαιοχώρι» - ονομάζονταν Ράμια. Διαφορετικά πώς εξηγείται η ονομασία Απάνω Ράμια, ακόμα και σήμερα, του χώρου ανατολικά του Παλαιοχωριού; Άρα το κάτω χωριό, το σημερινό Παλαιοχώρι, ήταν η Ράμια. Πότε και πώς τούτο καταστράφηκε, είναι έργο των ιστορικών.

Είναι ιστορικά γνωστό, ότι κατά τον 14ο αιώνα, ο βασιλιάς των Σλάβων, Στέφανος Δουσάν, για την κατάκτηση και τη λεηλασία της Νότιας Ελλάδας, δεν ακολούθησε τον σχετικά ευκολότερο δρόμο μέσω Θεσσαλίας – Ανατολικής Στερεάς, αλλά «καβαλικεύοντας» την Πίνδο και ακολουθώντας τον ρουν και τις κοιλάδες των ποταμών Αράχθου και Αχελώου και εκείθεν προς Δυτική Στερεά! Έτσι μεταξύ των άλλων και οι περιοχές των Τζουμέρκων κατακτήθηκαν, λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν. Ακμάζουσες πόλεις και χωριά που αντιστάθηκαν, αφανίστηκαν.

Ιστορικά δεν είναι γνωστή η προέλευση του ονόματος ΡΑΜΙΑ. Η παράδοση μας λέει ότι, όταν το χωριό βρίσκονταν στη σημερινή τοποθεσία «Παλαιοχώρι» φοβερός «λοιμός», θανατηφόρα ασθένεια ενέσκυψε. Καθένας που προσβάλλονταν από αυτήν, δεν είχε γιατρειά. Ήταν «καταδικασμένος» σε θάνατο. Έτσι, μόλις εκδηλώνονταν η ασθένεια σε ένα άτομο, για να αποφύγει τους οδυνηρούς πόνους αφενός, αλλά και να μη τη μεταδώσει σε άλλους, έτρεχε στη δυτική πλευρά του χωριού, που ήταν το «στεφάνι», ο γκρεμός του Ασκημά και…γκρεμίζονταν! Έτσι το χωριό ΕΡΗΜΩΣΕ ↔ ΡΗΜΑΞΕ (Ρημάζω: αφανίζω, καταστρέφω, ξεθεμελιώνω). Λίγοι σώθηκαν, που είχαν την προνοητικότητα να φύγουν νωρίς από το δύστυχο αυτό τόπο, φτιάχνοντας τις καλύβες τους στα δάση και στις χαράδρες της περιοχής. Μετά από πολλά χρόνια, δειλά-δειλά, επανήλθαν και έκτισαν το χωριό τους το ρημαγμένο. Από τα ρήματα ΕΡΗΜΩΝΩ ↔ ΡΗΜΑΖΩ, προήλθε η ΡΑΜΙΑ (ο τόπος που ρήμαξε).

Άλλη εκδοχή της παράδοσης λέει ότι βάρβαρος λαός κατέλαβε το χωριό μετά από σθεναρή αντίσταση των κατοίκων στη Θέση Απάνω Ράμια (που ήταν και η ακρόπολη του χωριού) και σκόρπισε το θάνατο και την καταστροφή σφάζοντας, καίοντας και ξεθεμελιώνοντας, ενώ τα γυναικόπαιδα έτρεχαν προς την αντίθετη, τη δυτική πλευρά του χωριού και ρίχνονταν στο γκρεμό του Ασκημά, αποφεύγοντας το μαρτυρικό θάνατο και την ατίμωση. Έτσι το χωριό ΡΗΜΑΞΕ → … → ΡΑΜΙΑ.

Εδώ καλό θα είναι να αναφέρουμε και δύο εκδοχές που, ίσως, μία από αυτές έδωσε … το όνομα ΡΑΜΙΑ:

  • «Ράμια» ονομάζουν σε διάφορα μέρη της Μακεδονίας το θάμνο-δένδρο ρείκι → Ερείκι (σκούπα). Είναι γνωστό ότι στις πλαγιές και στα δάση της Ράμιας, αφθονεί ο θάμνος αυτός. Άρα:
    Ράμια = ο τόπος που έχει πολλά ράμια, όπως π.χ.
    Μηλιά = ο τόπος που έχει μηλιές,
    Κερασιά ή Κερασοχώρι = ο τόπος που έχει κερασιές κλπ.
  • «Ράμια» στα ορεινά της Ανατολικής Μακεδονίας λένε τις μικρές πεδιάδες επάνω στους λόφους και στα βουνά (οροπέδια) π.χ. το Μπέλλες, πίσω από την κορυφογραμμή, έχει κάτι ράμια, που μπορούν να φιλοξενήσουν χιλιάδες πρόβατα. Γνωστό είναι ότι η Ράμια, σε σύγκριση με όλα τα χωριά των Τζουμέρκων, έχει τα περισσότερα ράμια (=πεδιάδες, ίσια μέρη, πλατώματα): Κέντρο του χωριού, Λιβάδια, Ελαφοπήδημα, Μπρέκος, Παλαιοχώρι, Κάμπος και άλλα μικρότερα. Άρα:
    Ράμια = ο τόπος που έχει πολλά ράμια (=ισιώματα, πεδιάδες), πράγμα που δεν παρατηρείται σε όλα γενικά τα ορεινά χωριά της Ηπείρου.

Νομίζω πως δε θα πρέπει να αποσιωπηθεί ένα σημαντικό ιστορικό στοιχείο: Στο πρέκι της κεντρικής, των ανδρών, εισόδου της παλαιάς εκκλησίας, της Αγίας Παρασκευής (ένας θαυμάσιος ναός με ξυλόγλυπτο τέμπλο, αγιογραφίες, μεγάλο και ευρύχωρο χαγιάτι - χρησιμοποιήθηκε ως αίθουσα δικαστηρίου, λαϊκού, στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης - και γκρεμίστηκε – τι συμφορά! Τι έγκλημα κατά της Ιστορίας και της Τέχνης! – στις αρχές της δεκαετίας του 1950, για να γίνει ο σημερινός ενοριακός ναός του χωριού!), υπήρχε με ανάγλυφους αριθμούς το έτος 1727. Ήταν, άραγε, ο χρόνος ανέγερσης του ναού ή μεταφέρθηκε και τοποθετήθηκε εκεί, από παλαιότερο κατεστραμμένο κτίσμα; Δυστυχώς, κανείς δε θα μπορέσει ποτέ να μας απαντήσει.

Και ένα γεγονός που έλαβε χώρα στη Ράμια και σχετίζεται με τον Άγιο και Μέγα Διδάσκαλο του Γένους, των χρόνων της Τουρκοκρατίας, Πατέρα Κοσμά τον Αιτωλό (Πατρο-Κοσμά): Γύρω στα 1776, πέρασε και από τη Ράμια ο Πατρο-Κοσμάς. Αφού μίλησε στους κατοίκους «διά θρησκεία, για Πατρίδα, για Σχολειά», είπε:
- Και τώρα αδελφοί μου Ραμιώτες, ποιος θέλει να πεθάνει σήμερα και να πάει στον Παράδεισο;
Πετιέται αμέσως, χωρίς περιστροφές, ένας χωριανός, μεσήλικας, εύρωστος και υγιής, ο Κωνσταντής Σιαπέρας, και λέει:
- Εγώ, Πατέρα Κοσμά!
Και η απάντηση του Αγίου:
- Στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ας γίνει το θέλημά σου, Κωνσταντή.
Έφυγε ο Πατρο-Κοσμάς για τα Λεπιανά, με τη συνοδεία των κατοίκων της Ράμιας, όπως συνηθίζονταν σε κάθε χωριό που επισκέπτονταν ο Άγιος. Φθάνοντας όμως στην Απάνω Ράμια, 1,5 χιλιόμετρο απ’ το χωριό, ακούγεται η καμπάνα να χτυπά λυπητερά. Ο Πατρο-Κοσμάς σταματά, αφουγκράζεται, κάνει το σταυρό του και λέει:
- Συγχωρήστε τον Κωνσταντή Σιαπέρα.

Πράγματι, μετά από 5 λεπτά απ’ την αναχώρηση του Αγίου, ο Κωνσταντής έπεσε στο έδαφος άπνοος. Αυτά άκουσα να τα διηγείται, σταυροκοπούμενος, ο παππούς μου Γεώργιος Γεωργίου-Μαμαλίγκας. Δεν είχαν συμβεί, άλλωστε, και στο πολύ μακρινό παρελθόν. Είχαν συμβεί στην εποχή του δικού του παππού Γιώργου Νίκου- -Μαμαλίγκα, που τα διηγούνταν σαν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας.

Παλαιότερα, που ήταν «γεμάτο» το χωριό, οι κάτοικοι ζούσαν κυρίως από τη γεωργία (σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη (βρίζα), κεχρί, καλαμπόκι, όσπρια κ.α.), την κηπουρική και την οικόσιτη ή σε μικρά κοπάδια κτηνοτροφία (κυρίως γιδοπρόβατα). Αρκετοί ταξίδεψαν σε διάφορα μέρη της χώρας (αργότερα σε χώρες του εξωτερικού, κυρίως στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στην Αυστραλία και αλλού) ως απλοί εργάτες, ως καρβουνιάρηδες (έφτιαχνα κάρβουνα ιδίως από τη ρίζα-ντζούμα της σκούπας, ερείκι--ρείκι) κ.ά. Οι κτίστες, μάλιστα, είχαν δημιουργήσει και δική τους γλώσσα, την κουδαρίστικη (κούδαρης = κτίστης, μάστορας). Π.χ. «Τσλίζεις κουδαρίστικα;» Δηλαδή: «Καταλαβαίνεις τη μαστορική γλώσσα; Μιλάς μαστορικά;»

Όλοι οι κάτοικοι ήταν και εξακολουθούν να είναι εργατικοί, οικονόμοι, φιλότιμοι, άριστοι οικογενειάρχες, έντιμοι «εις το έπακρον» και δίκαιοι, αλλά και καλοφαγάδες και γλεντζέδες και κουβαρντάδες, ενίοτε και λίγο…γκρινιάρηδες και …απαιτητικοί. Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι και το έντονο θρησκευτικό τους συναίσθημα. Τούτο μαρτυρείται και εκ του γεγονότος ότι η Ράμια έχει εννέα (9) ιερούς ναούς, διάσπαρτους σε όλο το χωριό και όλοι είναι όχι μόνο σε άριστη κατάσταση, αλλά και πλήρως εξοπλισμένοι: στασίδια, λειτουργικά βιβλία, ιερά σκεύη, ιερά άμφια κλπ. Τούτο, βέβαια, οφείλεται και στο γεγονός ότι είχαμε την τύχη να υπηρετεί 60 περίπου χρόνια, ένας άριστος λειτουργός, ο χωριανός μας ιερέας Γεώργιος Στεργίου, ο δικός μας Παπα-Γιώργης, ο οποίος με μεράκι και σύνεση, τοποθετούσε σωστά την κάθε δραχμή, που το χριστεπώνυμο πλήθος των χωριανών ΜΟΝΟΝ προσέφερε και πάντοτε, βεβαίως, από το υστέρημά του.

Είμαστε, ίσως – και μας κάνει υπερήφανους το γεγονός – οι μόνοι ανά το πανελλήνιο, που χτίσαμε και εξοπλίσαμε τέλεια τόσους ναούς, με τις δικές μας δυνάμεις, χωρίς εράνους εδώ και εκεί, χωρίς να ζητήσουμε τη συνδρομή κανενός, πέραν των ορίων της ενορίας μας. Προσέφεραν τα πάντα οι ενορίτες της Αγίας Παρασκευής, οι «αδελφοί» Ραμιώτες.

Σήμερα, στην κεντρική πλατεία, έχει κτιστεί ένα θαυμάσιο – από τα καλύτερα των Τζουμέρκων – κέντρο, καφέ-ψησταριά, το οποίο εξυπηρετεί απόλυτα τους επισκέπτες.

  • Διαβάστηκε 389 φορές